Συνείδηση /si.niˈði.si/ NounEnglishconscience日本語良心ExampleΈχει πολύ ανήσυχη συνείδηση. (Η εσωτερική φωνή της την τυραννάει.)She has a very active conscience.Η 'ανήσυχη συνείδηση' είναι κλασική έκφραση.