Αποτέλεσμα /a.po.teˈles.ma/ Noun
- English
- consequence
- 日本語
- 結果 (Kekka)
Example
- Οι πράξεις έχουν [συνέπειες] (αποτέλεσμα / αντίκτυπο / τίμημα) — αυτό είναι ο νόμος της ζωής.
- Actions have consequences.
- Η 'συνέπεια' εδώ φέρει το βάρος της αναπόφευκτης έκβασης.