Σύμπραξη /simˈpraksi/ Noun
- English
- partnership
- 日本語
- パートナーシップ
Example
- Μπήκαν σε μια **συνεργασία** (σύμπραξη / σχέση / εταιρική δράση) για να αναπτύξουν το νέο λογισμικό.
- They entered into a partnership to develop the new software.
- Το 'συνεργασία' είναι το πιο ουδέτερο και ευέλικτο.