συνταγογραφώ /sind͡zoɣraˈfo/ Verb

English
prescribe
日本語
処方する

Example

  • Ο γιατρός **συνταγογράφησε** (ορίζω/διατάσσω/επιβάλλω) ένα ήπιο ηρεμιστικό για το άγχος της.
  • The doctor prescribed a mild sedative for her anxiety.
  • Στην ιατρική, το «συνταγογραφώ» είναι η μαγική λέξη.