ΣΥΝΤΑΞΗ /sinˈdaksi/ Noun

English
pension
日本語
年金

Example

  • Βασίζεται αποκλειστικά στην κρατική της [σύνταξη] — σαν να μην είχε άλλη πηγή εισοδήματος.
  • He relies entirely on his state pension.
  • Υποδηλώνει εξάρτηση, κάτι που είναι συχνό θέμα συζήτησης.