τεκμήριο /apˈðevksi/ NounEnglishevidence日本語証拠ExampleΗ αστυνομία ακόμα ψάχνει για [τεκμήρια] (αποδεικτικά στοιχεία / μαρτυρίες / ενδείξεις) της υπόθεσης.The police are still looking for evidence.Το «τεκμήριο» είναι ο πιο επίσημος όρος.