τελετουργία /tɛlɛtuɾˈʝi.a/ NounEnglishritual日本語儀式ExampleΗ φυλή τελούσε μια αρχαία [τελετή] για να εξασφαλίσει καλή σοδειά.The tribe performed an ancient ritual to ensure a good harvest.Εδώ η 'τελετή' έχει βαρύτητα, αλλά είναι η σωστή λέξη.