τεμπέλης /teˈbelis/ Επίθετο

English
lazy
日本語
面倒くさがり

Example

  • Δεν ήταν ανόητος, απλώς ήταν τεμπέλης (αργόσχολος / αδρανής / ράθυμος).
  • He was not stupid, just lazy.
  • Το 'τεμπέλης' είναι το πιο άμεσο και κοινό.