ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ /teˈrasti.os/ Επίθετο

English
massive
日本語
甚大(じんだい)

Example

  • Η οροσειρά είναι ένας **τεράστιος** τοίχος από πέτρα.
  • The mountain range is a massive wall of rock.
  • Εδώ τονίζουμε το φυσικό μέγεθος και την αδιαπέραστη όψη.