ΔΟΚΙΜΗ /ðoˈci.mi/ Noun

English
test
日本語
テスト

Example

  • Πέρασε το [τεστ] οδήγησης με την πρώτη προσπάθεια.
  • She passed her driving test on the first try.
  • Το 'τεστ' είναι πολύ συνηθισμένο για εξετάσεις οδήγησης/ιατρικές.