σοκάρω /soˈkaɾo/ Verb
- English
- stun
- 日本語
- 呆然とする
Example
- Το χτύπημα στο κεφάλι τον [θρόνιασε] για λίγα δευτερόλεπτα. (Θαμπώνω / Παγώνω / Ακινητοποιώ)
- The blow to the head stunned him for a few seconds.
- Εδώ το «θρονιάζω» (αρχαϊκό/λογοτεχνικό) αποδίδει την σωματική ακινησία.