θάλασσα /θá.la.sa/ Noun

English
sea
日本語

Example

  • Η ρύπανση έπεσε στη [θάλασσα] (ακτή / υδάτινη έκταση / ωκεανός).
  • The waste was dumped in the sea.
  • Η 'θάλασσα' είναι η πιο κοινή λέξη.