Πιθανότητα /pitanˈdita/ NounEnglishprobability日本語確率ExampleΗ πιθανότητα επιτυχίας είναι αρκετά υψηλή. (Ευκαιρία / Δυνατότητα / Πιθανότητα)The probability of success is quite high.Εδώ τονίζεται η θετική έκβαση.