Θεατής /θeατίς/ NounEnglishviewer日本語視聴者ExampleΤο πρόγραμμα προσέλκυσε εκατομμύρια **θεατές**.The programme attracted millions of viewers.Το 'θεατής' είναι ο βασικός όρος για τηλεοπτικό/online κοινό.