ΘΕΜΕΛΙΟ /θeˈmeʎo/ NounEnglishfoundation日本語基礎ExampleΟ αμοιβαίος σεβασμός και η φιλία παρέχουν στέρεο [θεμέλιο] στον γάμο.Respect and friendship provide a solid foundation for marriage.Εδώ το 'θεμέλιο' λειτουργεί ως μεταφορική βάση.