Ουσιαστικά /usiˈstika/ Επίρρημα

English
fundamentally
日本語
根本的に

Example

  • Οι δύο προσεγγίσεις διαφέρουν **θεμελιωδώς** (κατ' ουσίαν / ουσιαστικά / ριζικά).
  • The two approaches are fundamentally different.
  • Τονίζει τη διαφορά στην αρχή τους.