θησαυρός /θiˈsavros/ Noun
- English
- treasure
- 日本語
- 宝物
Example
- Το μουσείο εκθέτει αρχαίο [θησαυρό] (αρχαία κειμήλια / χρυσάφι / σπάνια αντικείμενα) από το βυθισμένο καράβι.
- The museum displays ancient treasure from the sunken ship.
- Εδώ τονίζεται η ιστορική και υλική αξία.