τηλεόραση /ti.le.oˈra.si/ Noun

English
television
日本語
テレビ

Example

  • Η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από την **τηλεόραση** για να δει το εορταστικό πρόγραμμα.
  • The family gathered around the television to watch the holiday special.
  • Η λέξη είναι άκλιτη στον ενικό, αλλά κλίνεται στον πληθυντικό (οι τηλεοράσεις).