τιμή /tiˈmi/ Noun

English
honour
日本語
名誉

Example

  • Είναι μεγάλη μου τιμή να βρίσκομαι εδώ.
  • It is a great honour to be here.
  • Η λέξη «τιμή» είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή.