ειλικρινά /i.li.ci.ˈna/ AdjectiveEnglishhonest日本語正直ExampleΕίναι μια [τίμια] γυναίκα που δεν λέει ποτέ ψέματα.She is an honest person who never lies.Εδώ τονίζεται η ηθική αξία και η αξιοπιστία.