Φύλο /ˈfilo/ Noun

English
gender
日本語
ジェンダー

Example

  • Η ημερίδα εστίασε στην ισότητα **γένους** στον εργασιακό χώρο.
  • The workshop focused on gender equality in the workplace.
  • Εδώ το «γένος» είναι ο πιο επίσημος όρος για το κοινωνικό gender.