Το Μέλλον /meˈlon/ Noun

English
future
日本語
未来 (Mirai)

Example

  • Σχεδιάζουμε για το μέλλον (οικοδομούμε / δημιουργούμε / φτιάχνουμε) — της ζωής μας.
  • We are planning for the future.
  • Το «μέλλον» εδώ είναι ο στόχος.