οξύνω /oˈksino/ VerbEnglishheighten日本語高めるExampleΤο περιστατικό έτεινε να [τονίσω/τονίσει/τονίσει] το δημόσιο άγχος.The incident served to heighten public anxiety.Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο (τονίσει) γιατί είναι μία ολοκληρωμένη πράξη.