τοποθετημένος /ˈsɪtʃuːeɪtɪd/ Επίθετο

English
situated
日本語
位置する

Example

  • Το χωριό **βρίσκεται** (τοποθετημένος/εδρεύων/κείμενος) σε μια βαθιά κοιλάδα.
  • The village is situated in a deep valley.
  • Το «βρίσκεται» είναι το πιο ζωντανό και καθημερινό.