τουαλέτα /tualéˈta/ NounEnglishtoilet日本語トイレExampleΗ τουαλέτα [τουαλέτα / λεκάνη / κάθαρση] είναι βουλωμένη και χρειάζεται την βεντούζα.The toilet is clogged and needs a plunger.Η 'βεντούζα' είναι η κοινή λέξη για το έμβολο.