τουρίστας /tuˈristas/ NounEnglishtourist日本語観光客ExampleΛεωφορεία γεμάτα ξένους τουρίστες έφτασαν στο μουσείο.Busloads of foreign tourists arrived at the museum.Το 'τουρίστας' είναι ο πιο κοινός όρος, αλλά το 'ξένος' δίνει μια πιο ζεστή νότα.