τούβλο /tuˈvlo/ NounEnglishbrick日本語煉瓦ExampleΤο σχολείο είναι χτισμένο από [τούβλο] (πηλός / κεραμίδι / δομικός λίθος) — η αντοχή του είναι εμφανής.The school is built of brick.Το 'τούβλο' είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη.