τραγουδώ /trɐɣuˈðo/ Noun

English
singing
日本語
歌う

Example

  • Το γλυκό [τραγούδι] (άσμα / μελωδία / φωνητική) των πουλιών με ξύπνησε.
  • The beautiful singing of birds woke me up.
  • Το «τραγούδι» είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.