τρυφερός /tɾi.feˈɾos/ AdjectiveEnglishtender日本語優しいExampleΤης έδωσε μια [απαλή] αγκαλιά.He gave her a tender hug.Εδώ το 'απαλή' καλύπτει την έννοια της τρυφερότητας στην πράξη.