σύνηθες /ˈsi.ni.θes/ Adjective

English
typical
日本語
典型的な

Example

  • Ο τυπικός καφές στην Ιταλία είναι ο εσπρέσο, που είναι δυνατός.
  • A typical Italian cafe serves excellent espresso.
  • Η λέξη εδώ δηλώνει το αναμενόμενο πρότυπο.