ντουμπλάρω / ντουμπ /ðuˈblɑːro/ Verb
- English
- dub
- 日本語
- 吹き替える / 命名する
Example
- Τα μέσα ενημέρωσης **βάπτισαν** τη νέα πολιτική «φορολογική παγίδα».
- The media dubbed the new policy 'the tax trap'.
- Το «βαπτίζω» εδώ δίνει την αίσθηση ότι ο τίτλος επιβλήθηκε.