Βιώσιμος /viˈsimos/ Adjective

English
sustainable
日本語
持続可能

Example

  • Η [βιώσιμος / ανθεκτικός / διατηρήσιμος] διαχείριση των δασών είναι απαραίτητη για τη βιοποικιλότητα.
  • Sustainable forest management is essential for biodiversity.
  • Το 'βιώσιμος' είναι ο πιο συχνός όρος για το κλίμα και την οικονομία.