βόμβα /ˈvomba/ NounEnglishbomb日本語爆弾ExampleΗ αστυνομία εξουδετέρωσε τη βόμβα πριν προλάβει να σκάσει.The police defused the bomb before it could go off.Το 'εξουδετέρωσε' είναι το κλειδί για την ασφαλή αφαίρεση.