το βράδυ /vraˈði/ Noun

English
evening
日本語
夕方(ゆうがた)

Example

  • Απολαύσαμε μια ήσυχη βραδιά στο σπίτι, χτίζοντας (δημιουργώντας / περνώντας / στήνοντας) την ηρεμία.
  • We enjoyed a quiet evening at home.
  • Το 'βράδυ' είναι η πιο κοινή και ζεστή επιλογή.