ξέσπασμα /ˈaʊtbreɪk/ Noun

English
outbreak
日本語
発生 (Hassei) / 勃発 (Boppatsu)

Example

  • Το **ξέσπασμα** του πολέμου άλλαξε τα πάντα. [Το ξέσπασμα / Η έκρηξη / Η έναρξη] — Η αρχή μιας μεγάλης αναταραχής.
  • The outbreak of war changed everything.
  • Το 'ξέσπασμα' είναι το πιο συνηθισμένο για κοινωνικά/πολεμικά γεγονότα.