Υιοθεσία /ʝo.θeˈsi.a/ Noun

English
adoption
日本語
養子縁組

Example

  • Η οικογένεια ολοκλήρωσε την [υιοθεσία] της μικρής Άννας πέρυσι.
  • The couple finalized the adoption of their daughter last week.
  • Εδώ η λέξη αφορά αποκλειστικά το νομικό πλαίσιο για παιδιά.