υπόγειος /ˌʌndərˈɡraʊnd/ Adjective

English
underground
日本語
地下

Example

  • Έχτισαν έναν υπόγειο θάλαμο για ασφάλεια.
  • They built an underground bunker for safety.
  • Η λέξη 'υπόγειος' εδώ είναι επίθετο που προσδιορίζει τον 'θάλαμο'.