Υποψήφιος/α Υποψήφιος/α Noun

English
applicant
日本語
応募者

Example

  • Υπήρχαν πάνω από πεντακόσιοι **υποψήφιοι** για τη θέση.
  • There were over 500 applicants for the job.
  • Το 'υποψήφιος' είναι η πιο ζεστή και συνηθισμένη επιλογή.