Αρραβωνιασμένος/η Αρραβωνιασμένος/η Επίθετο

English
engaged
日本語
婚約中

Example

  • Πότε **αρραβωνιαστήκατε**; (Πότε δώσατε υπόσχεση γάμου;)
  • When did you get engaged?
  • Το ρήμα «αρραβωνιάζομαι» είναι το πιο συνηθισμένο.