επιδεινώνομαι /epiðe̯i̯nó̱no̱me̞/ ΡήμαEnglishdeteriorate日本語悪化するExampleΗ υγεία της [χειροτερεύει / αλλοίωση / φθορά] ραγδαία μετά την επέμβαση.Her health deteriorated rapidly after the surgery.Εδώ τονίζεται η ταχύτητα της αρνητικής εξέλιξης.