ένα /ˈe.nas/ /miˈa/ /ˈe.na/ Determiner

English
a
한국어
하나의

Example

  • Είδα ένα πουλί στον κήπο.
  • I saw a bird in the garden.
  • Η χρήση του 'ένα' εδώ είναι απόλυτα φυσική και καθημερινή.