στρέμμα /stré.ma/ Ουσιαστικό
- English
- acre
- 한국어
- 에이커
Example
- Η φάρμα εκτείνεται σε πάνω από διακόσια έικρ (αγροτεμάχιο / έκταση / χωράφι) εύφορου εδάφους.
- The farm covers over 200 acres of fertile soil.
- Εδώ το 'έικρ' λειτουργεί ως ξενική λέξη, αλλά η έννοια είναι η έκταση.