άδεια /ˈa.ði.a/ NounEnglishpermission한국어허락ExampleΠρέπει να ζητήσεις την [άδεια] (συγκατάθεση/επιτροπή) για κάθε μεγάλη δαπάνη.You must ask permission for all major expenditure.Η 'άδεια' είναι η πιο κοινή λέξη εδώ.