αδελφή /aθelˈfi/ NounEnglishsister한국어언니/누나ExampleΕίναι η μικρότερη αδελφή μου — η ψυχή μου.She is my younger sister.Η λέξη 'αδελφή' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.