αδύνατο /aˈðinato/ Adjective

English
impossible
한국어
불가능하다

Example

  • Είναι αδύνατο να προβλέψεις τον καιρό με εκατό τοις εκατό ακρίβεια.
  • It is impossible to predict the weather with 100% accuracy.
  • Η χρήση του 'αδύνατο' εδώ είναι η πιο φυσική.