airline (ως δάνειο) / αεροπορική εταιρεία /ˈɛərlaɪn/ Noun
- English
- airline
- 한국어
- 항공사
Example
- Η [αεροπορική εταιρεία] ακύρωσε όλες τις πτήσεις λόγω της καταιγίδας.
- The airline canceled all flights due to the storm.
- Η λέξη 'ακύρωσε' είναι αόριστος (perfective) του 'ακυρώνω'.