αισθητική /esθiˈtiˈci/ Adjective
- English
- aesthetic
- 한국어
- 감성
Example
- Η αισθητική (αισθητική / αρμονία / κομψότητα) των τραγουδιών είναι αναμφισβήτητη.
- The aesthetic appeal of the songs is undeniable.
- Εδώ χρησιμοποιείται το ουσιαστικό 'αισθητική' ως υποκείμενο, αλλά η έννοια είναι επίθετη.