Αγαπητέ/ή Αγαπητέ/ή Adjective
- English
- dear
- 한국어
- 소중한 (Precious/Dear)
Example
- Αγαπητοί Κύριοι και Κυρίες (Αξιότιμε/η / Εκλεκτέ/ή), σας γράφω για να ρωτήσω σχετικά με τη θέση.
- Dear Sir or Madam, I am writing to inquire about the position.
- Το 'Αγαπητοί' είναι το στάνταρ, ζεστό άνοιγμα σε επιστολές.