δοχείο /ðoˈt͡ɕio/ Noun
- English
- vessel
- 한국어
- 그릇
Example
- Ο γιατρός προειδοποίησε για ρήξη αρτηριακού **αγγείου** (φλέβα / αρτηρία / τριχοειδές) — και η κατάσταση ήταν σοβαρή.
- The doctor warned that a blood vessel had ruptured.
- Στην ιατρική, το 'αγγείο' είναι η κυρίαρχη λέξη.