Αγωγή /aˈʝi/ NounEnglishlawsuit한국어소송ExampleΟ τραγουδιστής **κατέθεσε αγωγή** (αγωγή / μήνυση / δίωξη) εναντίον της δισκογραφικής του.He filed a lawsuit against his record label.Το ρήμα 'καταθέτω' είναι το μαγνητικό ρήμα για την 'αγωγή'.